Πανελλαδικές: Σε κείμενο του Λαρισαίου συγγραφέα Κώστα Τσιρόπουλου βασίστηκε η εξέταση της Έκθεσης

400

Στην πρώτη μέρα εξετάσεων για τους μαθητές της Γ Λυκείου, εξετάστηκαν στο μάθημα της Νεοελληνικής Γλώσσας και Λογοτεχνίας. Το θέμα της έκθεσης βασίστηκε στο κείμενο Γράφειν  του Λαρισαίου συγγραφέα, μεταφραστή και εκδότη Κώστα Ε. Τσιρόπουλου. Το κείμενο ανήκει  στη συλλογή δοκιμίων «Η Μόνωση ως Συνομιλία» που εκδόθηκε το  2003.

Ποιος ήταν ο Κώστας Τσιρόπουλος

Ο Κώστας Τσιρόπουλος γεννήθηκε στη Λάρισα την Τετάρτη 22 Οκτωβρίου 1930, όπου και μεγάλωσε. Πατέρας του ήταν ο Ευάγγελος Τσιρόπουλος, συντάκτης και διευθυντής της εφημερίδος «Ελευθερία» της Λάρισας, τον οποίο όμως έχασε από την ηλικία των επτά ετών, και μητέρα του ήταν η Ελένη Τσιροπούλου (γένος Τηλιού). Ήταν πτυχιούχος της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.

Πραγματοποίησε μεταπτυχιακές σπουδές στην Ιστορία της Τέχνης στο Παρίσι (Σορβόννη) και στη Βαρκελώνη. Ήταν ιδρυτής και διευθυντής της ετήσιας έκδοσης χριστιανικού στοχασμού και τέχνης «Χριστιανικό Συμπόσιο» (1966-1971) και εκδότης και διευθυντής του περιοδικού Ελευθερίας και Γλώσσας «Ευθύνη» (πρώτη περίοδος: 1961-1966 και επανέκδοση: 1972-2009).

Συνεργάστηκε επί χρόνια με το Εθνικό Ίδρυμα Ραδιοφωνίας και Τηλεόρασης, καθώς και με διάφορα περιοδικά. Έγραφε την επιφυλλίδα της Κυριακής στην εφημερίδα «Καθημερινή» (1962-1967). Διετέλεσε Γενικός Γραμματέας της Στέγης Καλών Τεχνών και Γραμμάτων (1974-1976), Γενικός Γραμματέας του Εθνικού Θεάτρου (1975-1980), Πρόεδρος του Εθνικού Κέντρου Κινηματογράφου, τακτικό μέλος της Εθνικής Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών και της μέλος της Ελληνικής Εταιρείας Αισθητικής.

Ταξίδεψε σε χώρες της Ευρώπης, της Αφρικής, στις ΗΠΑ, στη Μέση Ανατολή και στην Ινδία. Μιλούσε γαλλικά και ισπανικά. Βιβλία και κείμενά του έχουν μεταφραστεί στις κυριότερες ευρωπαϊκές γλώσσες. Επίσης, βιβλία και έργα του έχουν χρησιμοποιηθεί ως βοηθητικά στα Γυμνάσια της Κύπρου, καθώς και στα Λύκεια της Ελλάδος.

Έζησε στην Αθήνα, στην περιοχή της πλατείας Μαβίλη, στον αρχαίο δήμο Αλωπεκής (στον οποίο έζησε και ο Σωκράτης), όπως ο ίδιος συνήθιζε να αναφέρει. Απεβίωσε στον Χολαργό, μετά από δοκιμασία επί ενάμισι έτος περίπου, την 23 Φεβρουαρίου 2017 και κηδεύτηκε την 28 Φεβρουαρίου 2017 στο νεκροταφείο Παπάγου.

Είχε τιμηθεί με το βραβείο Φέξη των Δώδεκα (1964), Κρατικό Βραβείο Δοκιμίου (1966), Α΄ Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος (1979), Βραβείο Δοκιμίου της Ακαδημίας Αθηνών (Ίδρυμα Ουράνη) (1986, 2003), Βραβείο της Εταιρείας Χριστιανικών Γραμμάτων (1989), Α΄ Βραβείο της Εταιρείας Μεταφραστών Λογοτεχνίας (1990), Μεγάλο Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας (2006). Έχει ανακηρυχθεί επίτιμος διδάκτωρ του Πανεπιστημίου της Γρανάδας (2004). Για τις υπηρεσίες του, αναγορεύτηκε επίτιμος Γραμματέας του Φιλανθρωπικού Ιδρύματος “Προστασία Μητρικών Έργων Σταμάτη και Ελένης Βαφειαδάκη” και του απονεμήθηκε ο Σταυρός του Αγίου Διονυσίου, η ανώτατη τιμητική διάκριση της Αρχιεπισκοπής Αθηνών (2014). Ανακηρύχθηκε επίτιμο μέλος της Εθνικής Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών το 2015.

Συγγραφικό έργο
Το ποιητικό, πεζογραφικό και δοκιμιακό του έργο εκτείνεται σε δεκάδες τόμους. Επίσης έχει μεταφράσει από τα ισπανικά, τα καταλανικά και τα γαλλικά βιβλία και κείμενα των Χοσέ Ορτέγα ι Γκασσέτ, Αντόνιο Ματσάδο, Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα, Καμίλο Χοσέ Θέλα, Χουάν Ραμόν Χιμένεθ, Σαλβαδόρ Εσπρίου, Χοσέ Μπεργαμίν, Ντρυόν, Ζενεβουά, Αρανγκούρεν κ.ά.

Έχει επιμεληθεί τη σειρά των Τετραδίων της “Ευθύνης” (40 τόμοι), την έκδοση του δοκιμιακού έργου των Άγγελου Τερζάκη, Κωνσταντίνου Τσάτσου, Αιμ. Χουρμούζιου κ.ά., καθώς και πλήθος άλλων εκδόσεων από τις “Εκδόσεις των Φίλων” και του περιοδικού “Ευθύνη” και έχει συμμετάσχει με κείμενά του και σε συλλογικά έργα.

Διαβάστε το δοκίμιο του Κώστα Ε. Τσιρόπουλου, στο οποίο εξετάστηκαν οι υποψήφιοι: 

Από τότε που ο καθένας μας εισέρχεται μέσα στη ροή του χρόνου, αρχίζει να γράφει. Γράφει μες στη μνήμη του, γράφει με το χέρι του, γράφει με τα έργα του. Διαισθάνεται πως η γραφή αυτή θα αντισταθεί, αν δεν ακυρώσει, το φευγαλέο της ύπαρξής του μέσα στον κόσμο. Και πως θα «σώσει» από την καταστροφική λήθη και τον ίδιο, και τους άλλους και την Ιστορία.

Πριν ακόμη το παιδί αρχίσει να γράφει, πριν του μάθουν, όσοι γνωρίζουν, να γράφει, έχει κιόλας εγγράψει στην τρυφερή μεμβράνη της μνήμης του τις πρώτες του εντυπώσεις από τη ζωή.

Έχει γράψει μέσα στην καρδιά του, με στοργή κι εμπιστοσύνη, τους δικούς του, αρχίζει να γράφει τους οικείους του, τους συγγενείς του, κατόπιν τους φίλους του. Κι όσο προχωρεί μέσα στον χρόνο παλεύει να καταγράψει όλο τον κόσμο που γνωρίζει, τον κόσμο του.

Αυτές οι πράξεις της γραφής του προσβάλλονται κάθε τόσο από τη λήθη, οι γραφές κατατρώγονται από τον χρόνο, όπως εκείνες που χάραζαν οι παλιοί άνθρωποι στα μάρμαρα. Και όσο βαραίνει μέσα και πάνω του ο χρόνος, τόσο ο καθένας προσπαθεί να περιφρουρήσει τις γραφές του βίου του, ώστε να αναγιγνώσκονται εύκολα. «Σ’ έχω γράψει στην καρδιά μου», «είναι γραμμένο στη μνήμη μου», «απομένει ανεξίτηλο μέσα μου» – εκφράσεις της καθημερινής ζωής- αυτής που φεύγει, αυτής που ανασπά από τον κόσμο τους δικούς μας, τους συγγενείς και φίλους. Πλάσματα γεννημένα για να γράφουν οι άνθρωποι, όλοι οι άνθρωποι.

Κι ανάμεσά τους πολλοί που κατορθώνουν να γράψουν το όνομά τους σε μια οικογένεια, σε μια επιχείρηση, σ’ ένα επάγγελμα. Μέσα στην Ιστορία του κόσμου, οι φημισμένοι, οι άξιοι, οι μεγάλοι οι ήρωες.

Μέσα στην Ιστορία των Επιστημών, οι σπουδαίοι. Μέσα στην Ιστορία της Εκκλησίας, οι άγιοι. Μέσα στην Ιστορία των Γραμμάτων, οι αυθεντικοί συγγραφείς. Όλοι αυτοί, καθένας με τον τρόπο του, γράφουν.

Από όλους ωστόσο τους ανθρώπους που το θείο ριζικό τους είναι να γράφουν, εκείνοι που γράφουν μ’ έναν τρόπο πασιφανή, επίσημο, είναι οι συγγραφείς. Ποιητές, στοχαστές, μυθιστοριογράφοι γράφουν και ξαναγράφουν τον εαυτό τους και τους άλλους, τον κόσμο που βλέπουν κι εκείνον που δεν βλέπουν και που ωστόσο τον θεωρούν εξίσου πραγματικό.

Γιατί όλοι αυτοί, όλοι όσοι γράφουν, επιμένουν να γράφουν, ενώ έχουν βεβαιωθεί πως θα βγουν κάποια στιγμή από τον κόσμο, καθώς κι ο ίδιος ο κόσμος -αφού ό,τι έχει αρχή θα έχει κι ένα τέλος- θα βγει κάποτε από τον εαυτό του; Ίσως γιατί το γράφειν -συνειδητό ή όχι, εκούσιο ή και ακούσιο, φανερό ή και κρυφό- αποτελεί την έσχατη, ακραία παρηγοριά για τη θνητότητα που τους πολιορκεί και που τελικά τους καταβάλλει. Αυτή τη θνητότητα που φαρμακώνει την ύπαρξη και τη συνείδηση του ανθρώπου με το φαρμάκι της ματαιότητας, πολεμά και εξορκίζει, και αρνείται η πράξη του γράφειν.

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here