Οι περαταριές στην παλιά Λάρισα

904

Τα παλιά χρόνια, όταν η κατασκευή γεφυριών ήταν κατασκευαστικά δύσκολη και πολυδάπανη, η γεφύρωση των ποταμών γινόταν με περαταριές, ειδικά στα σημεία όπου η συχνή συγκοινωνία το επέβαλε. Ως περαταριά θεωρούμε συνήθως μια αυτοσχέδια ξύλινη εξέδρα η οποία επιπλέει και εκτελεί την συγκοινωνία ανάμεσα σε δύο όχθες ενός ποταμού.

Η επίσημη ονομασία της είναι πορθμείο. Τις περαταριές μπορούμε να τις διακρίνουμε σε δύο κατηγορίες. Οι μεγαλύτερες, όπου μπορούσαν να διαπεραιωθούν και οχήματα, και οι μικρότερες που ήταν για ανθρώπους και ζώα. Το κατάστρωμά τους κατασκευαζόταν από παχιές σανίδες με επίπεδη καρίνα και για να είναι αδιάβροχες επαλείφονταν με παχύ στρώμα ασφάλτου. Οι πλάγιες πλευρές διέθεταν χαμηλή κουπαστή, ενώ το πρόσθιο τμήμα ήταν υπερυψωμένο για να προσαράζει ομαλά στην όχθη. Τις όχθες συνέδεε ανθεκτικό συρματόσχοινο σε ευθεία γραμμή, στερεωμένο γερά σε κάθε όχθη. Η περαταριά διέθετε μια αλυσίδα η οποία συνδεόταν με το συρματόσχοινο με κρίκο για να μην παρασύρεται από την ορμητική ροή του νερού. Ο καραβοκύρης μετακινούσε τη σχεδία πάνω στα νερά του ποταμού ασκώντας δύναμη κατά μήκος του συρματόσχοινου. Αυτή ήταν η λειτουργία κάθε περαταριάς, μικρής ή μεγάλης.

Μέχρι πριν μερικά χρόνια, ο Πηνειός κατά την διαδρομή του μέσα από την Λάρισα διέθετε τη μία και μοναδική γνωστή πέτρινη γέφυρα. Όμως οι Λαρισαίοι προπολεμικά, πέρα από τις βάρκες που χρησιμοποιούσαν, γεφύρωναν το ποτάμι και με δύο περαταριές. Η μία βρισκόταν κοντά στην περιοχή των Παλαιών Σφαγείων, ενώ η άλλη συνέδεε τη συνοικία Ταμπάκικα με το Αλκαζάρ στο ύψος του σημερινού σταδίου.

Η πρώτη δημιουργήθηκε από έναν ευφυέστατο επιχειρηματία, τον Ρωμύλο Αυδή. Είχε για χρόνια την διαχείριση του κέντρου Αλκαζάρ, όταν κατά το 1925 πυρκαγιά αποτέφρωσε εντελώς το κέντρο. Τότε σκέφθηκε να εκμεταλλευθεί ένα πυκνόφυτο, γεμάτο καραγάτσια φυσικό άλσος που βρισκόταν στην αριστερή όχθη του Πηνειού, λίγο πριν φθάσει κανείς στα Σφαγεία. Η περιοχή ήταν γνωστή ως «Καραγάτσια» και το επισκέπτονταν από παλιά με βάρκες οι Λαρισαίοι, είτε παρέες, είτε οργανωμένοι σε διάφορα σωματεία, συνήθως κατά την Πρωτομαγιά. Το ονόμασε «Λούνα Πάρκ» και για να βοηθήσει στην διαπεραίωση των επισκεπτών στην απέναντι όχθη, συνεργάσθηκε με έναν βαρκάρη και έφτιαξαν το 1929 την περαταριά, που ήταν μικρή και εξυπηρετούσε μόνον ανθρώπους, ζώα ή εμπορεύματα. Το κέντρο αυτό γνώρισε μεγάλες δόξες και τα καλοκαίρια οι άμαξες κατέβαζαν συνεχώς στη Σκάλα του Πηνειού Λαρισαίους αστούς με τις οικογένειές τους, για να περάσουν μια όμορφη και δροσερή βραδιά στο κατάφυτο «Λούνα Πάρκ». Πολλές φορές ήταν τόσο μεγάλη η προσέλευση ώστε το κέντρο δεν μπορούσε να τους εξυπηρετήσει όλους, με αποτέλεσμα να επιστρέφουν απέναντι στην δεξιά όχθη, όπου υπήρχε το γραφικό ταβερνάκι του Μπαλατζάρα.

Η δεύτερη περαταριά βρισκόταν και αυτή μέσα στην πόλη και συνέδεε τη δυτική πλευρά της συνοικίας Ταμπάκικα με τον χώρο του Αλκαζάρ. Στην πλευρά αυτή της συνοικίας, κοντά στη δεξιά όχθη του Πηνειού, λειτουργούσε από το 1907 ένα από τα πρώτα παγοποιεία της Λάρισας, του Κατσαούνη[1]. Αργότερα κοντά στο παγοποιείο δημιούργησε ένα όμορφο εξοχικό κέντρο ο Γ. Θεοδώρου, με πρόθεση να ψυχαγωγήσει τους Λαρισαίους που έφθαναν σε μια περιοχή με πανύψηλες λεύκες και καβάκια, ακολουθώντας την δεξιά όχθη του ποταμού. Επειδή από το κέντρο αυτό η θέα προς την περιοχή του Αλκαζάρ ήταν μαγευτική, ο επιχειρηματίας του συνεννοήθηκε με κάποιον βαρκάρη του Πηνειού και κατασκεύασαν περαταριά, για να δώσουν στους επισκέπτες του εξοχικού την δυνατότητα να κάνουν ένα σύντομο ταξιδάκι μέχρι την απέναντι αριστερή όχθη του ποταμού, στο ύψος του εξοχικού κέντρου «Κιβωτός» και στον κήπο του Παπασταύρου. Όμως ο συναγωνισμός με το ανακαινισμένο κέντρο «Αλκαζάρ» και την «Κιβωτό» δεν το ευνόησαν και το 1931 το κέντρο αυτό του Γ. Θεοδώρου έκλεισε.

Επί τουρκοκρατίας και για λίγα χρόνια μετά την απελευθέρωση λέγεται ότι υπήρχε και μια τρίτη περαταριά στην περιοχή «Γκιόλια[2]», μια περιοχή που βρίσκεται κοντά στο κτιριακό συγκρότημα της Αβερωφείου Γεωργικής Σχολής. Οι πλούσιοι Τούρκοι μπέηδες είχαν κτίσει στον χώρο αυτό εξοχικά σπίτια στη δεξιά όχθη του Πηνειού, του οποίου τα νερά στο σημείο αυτό ήταν καθαρά και βαθειά, ενώ οι όχθες του ήταν καλυμμένες με πανύψηλα καραγάτσια και περιβόλια γεμάτα από τριαντάφυλλα και γιασεμιά. Τις ζεστές ημέρες του καλοκαιριού οι μπέηδες μετακόμιζαν στα «Γκιόλια» για να αποφύγουν την αφόρητη ζέστη της Λάρισας και η περαταριά τούς έδινε την δυνατότητα να επισκέπτονται και την απέναντι όχθη. Με την περιοχή αυτή είναι στενά συνδεδεμένος και ο Δημήτριος Ροδόπουλος ή όπως τον γνωρίζουμε όλοι μας ο συγγραφέας Μ. Καραγάτσης, η αδελφή του οποίου είχε παντρευτεί τον Φιλοποίμενα Τζουλιάδη διευθυντή της Γεωργικής Σχολής. Προπολεμικά τα «Γκιόλια» επισκέπτονταν και τολμηροί ποταμοκολυμβητές σε ομάδες, οι οποίοι με το κολύμπι τους εξοικειώνονταν με τα δύσκολα νερά του Πηνειού και προετοιμάζονταν για την τελετή των Θεοφανείων.

Μια άλλη περαταριά λειτουργούσε λίγο πιο πάνω, στη Γούνιτσα (σημερινό όνομα Αμυγδαλή). Η περιοχή του χωριού αυτού ανήκε στον Έλληνα γαιοκτήμονα και επιχειρηματία Ευάγγελο Ιατρίδη, ο οποίος είχε εγκατασταθεί από τις αρχές του 20ου αιώνα στο κτήμα του στη Γούνιτσα, όπου μεταξύ των άλλων διέθετε και νερόμυλο μεγάλης ισχύος. Διασώζεται επιστολικό δελτάριο, ταχυδρομημένο το 1910, το οποίο απεικονίζει μεγάλη συντροφιά Λαρισαίων αστών, φιλοξενούμενων του γαιοκτήμονα Ιατρίδη, να βρίσκεται συνωστισμένη μέσα στην περαταριά που είχε κατασκευάσει ο ίδιος[3].

Η εικόνα που συνοδεύει το σημερινό κείμενο προέρχεται από επιστολικό δελτάριο του Βολιώτη φωτογράφου και ζωγράφου Στέφανου Στουρνάρα. Πρόκειται για χρωμολιθόγραφη φωτογραφία, η οποία χρονολογείται περί τα 1910-15. Αποτυπώνει την Σκάλα του Πηνειού, μια περιοχή όπου με τη βοήθεια μεγάλων τετραγωνισμένων λίθων[4] είχε δημιουργηθεί μια προσπέλαση προς το ποτάμι, όπου προσάραζαν βάρκες για να μεταφέρουν στην απέναντι όχθη επιβάτες και εμπορεύματα. Διακρίνεται ομάδα γυναικών να πλένει δίπλα στη Σκάλα του Πηνειού τα ρούχα της οικογένειας. Επίσης διακρίνονται και άλλα άτομα και ζώα, τα οποία προφανώς περιμένουν να επιβιβασθούν σε βάρκα. Η περαταριά δεν είχε ακόμη κατασκευασθεί. Μπροστά κάποιο κοπάδι με πρόβατα βόσκει στην όχθη, ενώ στο βάθος της κοίτης του ποταμού απεικονίζεται το περίφημο «νταϊλιάνι», η ιχθυοπαγίδα, μια πρόχειρη κατασκευή από πλεγμένα ξύλα, η οποία παγίδευε τα ψάρια του Πηνειού. Στο βάθος της εικόνας διακρίνονται αμυδρά από αριστερά κατά σειρά: το παλιό τουρκικό ρολόι, τα καμπαναριά του ναού του Αγίου Αχιλλίου, οι παραποτάμιοι μύλοι, η συνοικία Ταμπάκικα αραιοκατοικημένη και η εκκλησία της Ζωοδόχου Πηγής (Παναγία).

Σήμερα η περιοχή αυτή έχει εξωραϊσθεί, η πλούσια βλάστηση στις όχθες έχει μειωθεί και οι περαστικοί που κάνουν τον υγιεινό περίπατό τους, μπορούν να αναπλάσουν με την φαντασία τους πως ήταν προπολεμικά ο χώρος αυτός.

 [1]. Οι αδελφοί Κατσαούνη ήταν μια πλούσια οικογένεια επιχειρηματιών της Λάρισας. Εκτός από μια τεράστια περιουσία που διέθεταν σε ακίνητα στην κεντρική αγορά της Λάρισας, είχαν στήσει αντλία στην δεξιά όχθη του Πηνειού για την άντληση νερού από το ποτάμι και την διανομή του με βαρέλια σε σπίτια και καταστήματα της Λάρισας. Μέσα στις εμπορικές δραστηριότητές τους περιλαμβάνεται και το παγοποιείο που είχαν δημιουργήσει στη συνοικία Ταμπάκικα.

[2]. Το όνομα «Γκιόλια» προέρχεται από παραφθορά της τουρκικής λέξεως «γκιούλ» η οποία σημαίνει τριαντάφυλλο.

[3]. Επιστολικά δελτάρια. Εκδόσεις ελληνικές και ευρωπαϊκές (1900-1960), συλλογή Γ. και Λ. Γουργιώτη, Λαογραφικό Ιστορικό Μουσείο Λάρισας, Λάρισα (2007) σελ. 38.

[4]. Σήμερα έχει αποδειχθεί από τον αρχαιολόγο Θανάση Τζιαφάλια ότι οι πέτρες αυτές είναι αρχιτεκτονικά μέλη τα οποία αφαιρέθηκαν από το ερειπωμένο Α΄ Αρχαίο Θέατρο και μεταφέρθηκαν στην περιοχή για να κατασκευασθεί η Σκάλα.

 

Πηγή: eleftheria.gr – Του Νικ. Αθ. Παπαθεοδώρου

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here