Μια φορά και ένα καιρό: Τα καλοκαίρια των Λαρισαίων παλιά ήταν…αλλιώς

1469

Ιούνης του 1925. Ο κάμπος βράζει και η Λάρισα των 25.000 κατοίκων θυμίζει καμίνι. Αιρ κοντίσιον δεν υπάρχουν, ούτε ανεμιστήρες. Τα σχολεία έχουν κλείσει και τα παιδιά αδημονούν για διακοπές. Και οι μεγάλοι όμως αδημονούν τα ξεκινήσουν τα τόσο ευεργετικά για την υγεία τους αμμόλουτρα. Το να πας για μπάνιο όμως δεν είναι εύκολη υπόθεση, αφού δεν υπάρχουν δρόμοι, πόσω μάλλον αυτοκίνητα που να διευκολύνουν τις μετακινήσεις. Κι όμως τα μπάνια θα γίνουν όπως και να έχει και θα κρατήσουν περίπου τρεις μήνες, κανονικό ξεκαλοκαιριό.

Ενθυμούμενος τα Λαρισινά καλοκαίρια ο Γιώργος Ζιαζιάς στο βιβλίο του Αναζητώντας τη Χαμένη Λάρισα (1900- 1950) σημειώνει μεταξύ άλλων: Η παντελής έλλειψη πρασίνου, τόσο στο γύρω κάμπο, όσο και μέσα στην ίδια την πόλη ήταν η κυριότερη αιτία που στη Λάρισα οι μέρες του καλοκαιριού ήταν πιο ζεστές από ότι σήμερα. Και σπάνιζε τότε το πράσινο, γιατί σπάνιζε και το νερό. Το πόσιμο νερό δε, οι Λαρισαίοι το αγόραζαν από τους Νερουλάδες, με μέτρο τους γκαζοντενεκέδες και το βάζανε σε μεγάλα κιούπια τα ήταν μπηγμένα μέχρι το λαιμό στις αυλές τους και δεν συνέφερε να ξοδεύεται στο πράσινο. Αλλά δεν ήταν μόνο η έλλειψη νερού. Στην αύξηση της ζέστης συντελούσε επίσης το γεγονός ότι η πόλη ήταν γεμάτη χωράφια που μαζί με τους χωρίς σκύρα δρόμους και τα καλντερίμια συντελούσαν κι αυτά στην αύξηση της ζέστης. Αν στεκόταν κανείς στην Ηρώων Πολυτεχνείου, περίπου στο ύψος όπου βρίσκεται σήμερα το 5ο Λύκειο επί της Ιουστινιανού δεν θα έβλεπε τίποτα άλλο εκτός από το σιδηροδρομικό σταθμό και τα νεκροταφεία στα δεξιά. Αν πάλι  κάποιος στεκόταν στην Πλατεία Νομαρχίας επί της Παπαναστασίου, θα έβλεπε μέχρι την οδό Φαρμακίδου με μόνη παρεμβολή το κτήριο του ΟΥΗΛ. Το οικοδομικό τετράγωνο δε από το ΟΥΗΛ μέχρι και την Αθ. Διάκου ήταν χωράφι και σπέρνονταν με σιτάρι.

Ένα ακόμη ζήτημα που προέκυπτε τα καλοκαίρια ήταν οι αρρώστιες καθώς η λίμνη Κάρλα, ο Πηνειός, τα χαντάκια μέσα στην πόλη, ο λίβας και οι καύσωνες επηρέαζε την υγεία των κατοίκων. Τα κοιλιακά, ο τύφος και η δυσεντερία για τα μικρά παιδιά αλλά και η ελονοσία που ήταν πραγματική μάστιγα ταλαιπωρούσαν τους κατοίκους όπως επίσης και ο δάγκειος πυρετός και έκαναν αναγκαίο τον παραθερισμό.

Όπως γίνεται σαφές οι μήνες του καλοκαιριού για τους Λαρισαίους ήταν ένα σοβαρό πρόβλημα το οποίο κάθε οικογένεια προσπαθούσε να λύσει ανάλογα με την οικονομική της δυνατότητα. Οι ευκατάστατες οικογένειες αλλά και οι  φτωχότεροι προτιμούσαν για παραθερισμό λουτροπόλεις όπως το Σμόκοβο, τα Καμένα Βούρλα, την Υπάτη και το γειτονικό Κόκκινο Νερό που διέθεταν ευπρεπή ξενοδοχεία και δωμάτια, συνδυάζοντας τα ιαματικά μπάνια. Άλλοι πάλι παραθέριζαν στο βουνό και ιδίως οι Βλάχοι της Λάρισας οι οποίοι ξεκαλοκαίριαζαν στα γραφικά χωριά της Πίνδου, του Ασπροποτάμου, των Αγράφων του Ολύμπου, της Ηπείρου αλλά και τα Αμπελάκια όπου παραθέριζαν και πολλοί Αθηναίοι.

Άλλοι πάλι επέλεγαν κοντινές παραλίες, όπως τον Αγιόκαμπο, τον Πλαταμώνα ή τα Μεσάγγαλα όπου έστηναν καλύβες και έκαναν μπάνια και αμμόλουτρα.

ΣΤΙΣ ΚΑΛΥΒΕΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΚΑΜΠΟΥ

Η κ. Αθανασία Γαζέπη Μητροπούλου θυμάται με νοσταλγία τα καλοκαίρια του ‘50 στον Αγιόκαμπο, οπού η οικογένεια της πήγαινε για παραθέριση. Μια εκείνη, δύο οι αδερφές της, δυο οι αδερφές της μάνας της, άλλα τόσα τα παιδιά τους, τα παιδιά του γείτονα, τα ξαδέρφια, τα εγγόνια…παιδομάνι. Βάλε και τα συμπράγκαλα, τις κουβέρτες, τα τεντζερέδια ξεσήκωναν ένα ολόκληρο νοικοκυριό και το κουβαλούσαν μαζί τους. Η μεταφορά από τους Νερόμυλους Αγιάς- όπου έμεναν τότε- γινόταν με ένα γκαζοζέν, ένα σαράβαλο τις κακιάς ώρας- που περνούσε από χωριό σε χωριό και μάζευε όλους τους παραθεριστές. Ώρες διαρκούσε το ταξίδι πάνω στους καρόδρομους, μέσα στη ζέστη, τα παιδιά όμως ήταν ευτυχισμένα.

Σπίτια δεν υπήρχαν τότε στον Αγιόκαμπο, παρά μόνο δυο- τρεις ταβέρνες, του Τσέλινκα, του Βάλαρη, του Τσιάρα και ο φούρνος του Πατέα- αν θυμάται καλά η κ. Αθανασία- κι εκεί μπροστά η κοινότητα της Σκήτης έστηνε στη σειρά τσαρδάκια, με ξύλα και φτέρες για ουρανό, για τη διευκόλυνση των παραθεριστών. «Τσαντίρ μαχαλά το λέγαμε και ήταν έτσι ακριβώς. Τέσσερα ξύλα μπηγμένα στην άμμο, μια κουβέρτα στην είσοδο της πόρτας και ύπνος… καταή. Υπήρχαν βέβαια και οι λουξ καλύβες, όπως αυτή της οικογένειας Βαγενά που ήταν δίπατη». Στο πίσω μέρος κάθε καλύβας οι μανάδες έφτιαχναν μια υποτυπώδη κουζίνα και σε μια γκαζιέρα τόση δα μαγείρευαν για ολόκληρο λόχο. Η κ. Λίτσα Βλαχάκη Κοττά, θυμάται τη μητέρα της να τηγανίζει με τις ώρες γιατί θέλανε τα παιδιά μελιτζάνες στη σάλτσα με πατάτες τηγανητές στο ζμί». Οι διακοπές διαρκούσαν τουλάχιστον δυο μήνες, από τον Ιούλιο έως τα μέσα Αύγουστο, οπότε ο καιρός χαλούσε φούσκωνε η θάλασσα, το ρέμα κατέβαζε νερό και ο δρόμος έκλεινε.

ΣΤΟΝ ΠΛΑΤΑΜΩΝΑ

Ούτε φως, ούτε ρεύμα, ούτε σπίτια, ούτε καν δρόμος δεν υπήρχε στον Πλαταμώνα στις αρχές του ’50, θυμάται η κ. Μπέττυ Χαρτοδιπλωμένου η οποία έζησε εκεί τα καλοκαίρια της εφηβείας. Περίπου στα τέλη Ιουνίου, η οικογένεια της- όπως και δεκάδες ακόμη Λαρισαίων- έπαιρναν το τρένο φορτωμένοι με τεράστιους μπόγους, κουβαλώντας ρούχα, κουβέρτες και όλη την απαραίτητη οικοσκευή για τους δύο και πλέον μήνες που θα διαρκούσαν οι διακοπές. Για τη διαμονή τους επέλεγαν κάποιο από τα λιγοστά ενοικιαζόμενα που υπήρχαν στην περιοχή, ένα σπίτι δηλαδή με αυλή και πέντε έξι δωμάτια γύρω- γύρω, κάθε οικογένεια κι από ένα, συν τους φιλοξενούμενους. Που να φτάσουν τα κρεβάτια.  Έβαζαν τις κουβέρτες στο πάτωμα και κοιμόντουσαν όλοι στρωματσάδα. «Ένα από αυτά τα σπίτια προς ενοικίαση ήταν το σπίτι της κυρά Ρένας, μπροστά στην παραλία, εκεί οπού σήμερα είναι ο αυλόγυρος της εκκλησίας», τονίζει η κ. Χαρτοδιπλωμένου κοιτώντας τις ασπρόμαυρες καλοκαιρινές φωτογραφίες. «Ένα καλοκαίρι για αλλαγή είχαμε πάει παραθέριση στα Καμένα Βούρλα, κανείς μας όμως δεν ήταν ικανοποιημένος. Οι γονείς παραπονιόντουσαν για την αφόρητη ζέστη και εμείς για το ότι είχαμε χάσει τις παρέες μας. Έτσι αποφασίστηκε με συνοπτικές διαδικασίες να χτίσουμε το σπίτι στον Πλαταμώνα». Στις αρχές του ’60 πολλοί ακόμη Λαρισαίοι έφτιαξαν εξοχικά στην περιοχή, ανάμεσα στα πρώτα ήταν οι εξοχικές κατοικίες της οικογένειας Καρύδα, Χρηστίδη, του Κατσίγρα, του Βάη και της οικογένειας Σάπκα. Περίπου την ίδια περίοδο φτιάχνεται και η εθνική οδός αλλά και ο δρόμος στον Πλαταμώνα. «Από τη Λάρισα με αυτοκίνητο, θέλαμε περίπου 20 λεπτά για να φτάσουμε στον Πλαταμώνα. Βέβαια τα αυτοκίνητα που κυκλοφορούσαν ήταν ελάχιστα. Μετά το ‘63 πρέπει να ήρθε και το ρεύμα». Ως έφηβη η κ. Χαρτοδιπλωμένου έχει υπέροχες αναμνήσεις από εκείνα τα καλοκαίρια, με τις μεγάλες παρέες, τα βράδια με τις κιθάρες στην παραλία, τις ατελείωτες εκδρομές με τα πόδια μέχρι το Κάστρο και την Πηγή των Μουσών, τα απογεύματα στην «Αύρα» και στο αναψυκτήριο του Άλσους, τους χορούς και τα πρώτα φλερτ στη «Δροσερή Ταράτσα».

«Η Δροσερή Ταράτσα ήταν κλασσικό στέκι της νεολαίας. Εγώ έφερνα πάντα το πικ- απ και όσοι είχαν έφερνα τους δίσκους. Για κολύμπι πηγαίναμε μπροστά από το σταθμό, εκεί όπου ακόμη σήμερα έχουν απομείνει κάποια από τα ξύλινα σπίτια της εποχής. Είχε την καλύτερη θάλασσα. Μετά το δεκαπενταύγουστο η θάλασσα κρύωνε και η υγρασία επιδείνωνε τα αρθριτικά οπότε αρχίσαμε σιγά- σιγά να μαζεύουμε τα πράγματα για το δρόμο της επιστροφής».

Πηγή: charikliavlachaki.blogspot.com/ Ερεύνα: Χαρίκλεια Βλαχάκη, Αχιλλέας Τραγούδας

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here