ΗΠΑ και Κίνα γίνονται πιο εσωστρεφείς

101

Καθώς η θητεία του Ντόναλντ Τραμπ στο τιμόνι της υπερδύναμης οδεύει στο τέλος της όσο επεισοδιακά αρμόζει στον απρόβλεπτο πρόεδρο των ΗΠΑ, οι επιλογές του αφήνουν παρακαταθήκη τον εμπορικό πόλεμο με την Κίνα και τη βαθύτερη ρήξη που αυτός επέφερε ανάμεσα στις δύο μεγαλύτερες οικονομίες του κόσμου. Πρόκειται, όμως, για έναν εμπορικό πόλεμο μεταλλαγμένο μετά μια πορεία ελιγμών, φαινομενικών επαναπροσεγγίσεων, παρερμηνειών και αδιεξόδων. Η στρατηγικού βάθους αναμέτρηση δυνάμεων ανάμεσα στην Ουάσιγκτον και στο Πεκίνο έχει πάρει νέα τροπή και οι δύο οικονομίες στρέφονται πλέον προς τα έσω αναζητώντας τη λύση στις εγγενείς δυνάμεις τους.

Επειτα από πολλές δεκαετίες, στη διάρκεια των οποίων αποτέλεσε το εργαστήριο του κόσμου, η Κίνα δρομολογεί την απεξάρτηση της οικονομίας της από τις εξαγωγές. Με καίριες κινεζικές εταιρείες αποκλεισμένες από την αμερικανική αγορά και με δασμούς στα προϊόντα της, επισπεύδει την αλλαγή μοντέλου που σχεδιάζει τα τελευταία χρόνια. 

Επιταχύνει κοντολογίς τη μετεξέλιξή της σε μια ανεπτυγμένη οικονομία που βασίζεται κυρίως στην εγχώρια κατανάλωση. Αν, όμως, για την Κίνα η στροφή αποτελεί σε κάποιο βαθμό πραγματική εξέλιξη της οικονομίας της και απότοκο μακροπρόθεσμου σχεδιασμού, για την υπερδύναμη η στροφή αποτελεί προσπάθεια επανόρθωσης σφαλμάτων του παρελθόντος. Εν ολίγοις οι ΗΠΑ επιχειρούν να αυξήσουν την παραγωγή τους στις πρώτες ύλες που εισάγουν από την Κίνα και στις οποίες είχαν άλλοτε παγκόσμια πρωτοκαθεδρία. Με προεδρικό διάταγμα που υπέγραψε ενώ μετέβαινε στη Μινεσότα στο πλαίσιο της προεκλογικής εκστρατείας του, ο Ντόναλντ Τραμπ έδωσε εντολή να αυξηθεί η εγχώρια παραγωγή σπάνιων γαιών για να περιορίσει την εξάρτηση της υπερδύναμης από το σχεδόν παγκόσμιο μονοπώλιο που κατέχει η Κίνα.  

Ο λόγος για τα 17 μέταλλα με τα εξωτικά ονόματα που είναι αναγκαία στη σύγχρονη βιομηχανία, με προεξάρχουσα την υψηλή τεχνολογία κινητών τηλεφώνων και υπολογιστών, αλλά και για τον αμυντικό εξοπλισμό, ακόμη και για την κατασκευή εξαρτημάτων αυτοκινήτων. Το προεδρικό διάταγμα κηρύσσει τη βιομηχανία των ορυχείων σε κατάσταση εκτάκτου ανάγκης και καλεί το υπουργείο Εσωτερικών να επικαλεσθεί τον νόμο «για την παραγωγή αμυντικού εξοπλισμού» προκειμένου να επιταχύνει την ανάπτυξη των ορυχείων της χώρας. 

Σημειωτέον ότι πρόκειται για τον ίδιο νόμο που επικαλέστηκε η κυβέρνηση Τραμπ εν μέσω πανδημίας για να επιταχύνει την παραγωγή ιατρικού εξοπλισμού και υλικού. Και, βέβαια, στο προεδρικό διάταγμα τα ορυχεία και οι βιομηχανίες της χώρας καλούνται ευθέως να συνεργαστούν με εταίρους και συμμάχους και με τον ιδιωτικό τομέα προκειμένου «να μειώσουν τον βαθμό στον οποίο είναι ευάλωτη η χώρα αν διακοπεί η προσφορά των κρίσιμων μετάλλων».

Η κίνηση είναι εύλογη, καθώς η Κίνα ελέγχει τουλάχιστον το 80% της παγκόσμιας παραγωγής σπάνιων γαιών. Στο όχι και τόσο μακρινό παρελθόν, ωστόσο, κυρίαρχη δύναμη στις σπάνιες γαίες ήταν οι ΗΠΑ. Τη δεκαετία του 1980, όμως, κι ενώ η Κίνα ανέπτυσσε τα δικά της ορυχεία, η αμερικανική παραγωγή δέχθηκε καίριο πλήγμα για λόγους περιβαλλοντικής ευαισθησίας. 

Η εξόρυξη σπάνιων γαιών είναι αποδεδειγμένα επιβαρυντική για το περιβάλλον. Τότε, όμως, η Διεθνής Υπηρεσία Ατομικής Ενέργειας και η αμερικανική Ρυθμιστική Αρχή Πυρηνικής Ενέργειας κατέταξαν την εξόρυξη σπάνιων γαιών στην κατηγορία εξορύξεων πυρηνικών καυσίμων. Μέσα στα επόμενα 15 χρόνια έκλεισαν τα ορυχεία και οι μονάδες παραγωγής σπάνιων γαιών της Αμερικής.

Υποχωρούν οι εξαγωγές και το Πεκίνο ποντάρει στην εγχώρια ζήτηση

Την ίδια στιγμή κατά την οποία η Ουάσιγκτον σπεύδει ολοταχώς να επιταχύνει την παραγωγή της στις πλέον κρίσιμες πρώτες ύλες για να μειώσει την εξάρτησή της από την Κίνα, το Πεκίνο λαμβάνει τα μέτρα του για να αντιμετωπίσει μια μειωμένη ζήτηση για τις εξαγωγές του και στρέφεται στην εγχώρια κατανάλωση. Στην πραγματικότητα επισπεύδει απλώς μακροπρόθεσμο σχέδιο στο οποίο έχει επανειλημμένως αναφερθεί ο πρόεδρος Σι Τζιπίνγκ για τη στροφή της Κίνας στην εγχώρια οικονομία και στην εγχώρια κατανάλωση: τη μετατροπή της σε ανεπτυγμένη οικονομία με απώτερο στόχο την αναβάθμιση του βιοτικού επιπέδου του κινεζικού λαού.

Το 2020 επρόκειτο, άλλωστε, να είναι η χρονιά που η Κίνα θα ανακοίνωνε διθυραμβικά την εξάλειψη της φτώχειας όπως είχε υποσχεθεί προ τριετίας ο Κινέζος πρόεδρος. Στον μακρόπνοο σχεδιασμό του Πεκίνου, όμως, δεν είχε ληφθεί υπόψη ούτε ο εμπορικός πόλεμος ούτε η πανδημία, οι δύο παράγοντες που ανέβαλαν την επίτευξη του φιλόδοξου στόχου για μια ευημερούσα Κίνα, με την πλειονότητα του λαού να είναι μεσαίου εισοδήματος.
Η ένταση με την Ουάσιγκτον, η προοπτική μόνιμης ρήξης και πλήρους διακοπής των εμπορικών σχέσεων με τον υπ’ αριθμόν ένα εμπορικό εταίρο του Πεκίνου σε συνδυασμό με τη γενικότερα μειωμένη εξωτερική ζήτηση λόγω της πανδημίας, ουσιαστικά επιταχύνει τις εξελίξεις. Τώρα η λέξη-κλειδί για τον σχεδιασμό της επόμενης πενταετίας στην οικονομία της Κίνας είναι η «διπλή κυκλοφορία» όπως τη χαρακτήρισαν τα κινεζικά ΜΜΕ. Αναφέρονται στους δύο παράλληλους στόχους που θα είναι η τόνωση της εγχώριας αγοράς και το εμπόριο με άλλες χώρες.

Το σχετικό σχέδιο του Πεκίνου για τη στροφή της οικονομίας, που δεν είναι άλλο από το νέο πενταετές πρόγραμμα, θα παρουσιασθεί σε τρεις εβδομάδες περίπου, στο ετήσιο συνέδριο της κινεζικής ηγεσίας που έχει προγραμματισθεί να γίνει λίγες ημέρες πριν από τις προεδρικές εκλογές στις ΗΠΑ και συγκεκριμένα από τις 26 ώς τις 29 Οκτωβρίου. Την κεντρική στόχευση του νέου προγράμματος, όμως, τη στροφή στην εγχώρια κατανάλωση, έχει ήδη προαναγγείλει προ ημερών ο Τζάστιν Γιφού Λιν, ανώτατος σύμβουλος του Πεκίνου.

Απευθυνόμενος σε δημοσιογράφος τόνισε πως «η οικονομία της Κίνας πρέπει να εξακολουθήσει να αναπτύσσεται για αυτό αν μειωθούν οι εξαγωγές της, τότε τα προϊόντα μας θα καταναλωθούν στην εγχώρια αγορά». Και βέβαια δεν έκρυψε ότι εν προκειμένω η εγχώρια κατανάλωση θα είναι αυτή που θα απορροφήσει όχι μόνον τα καταναλωτικά προϊόντα αλλά και την υψηλή τεχνολογία της Κίνας. Και ο λόγος είναι η αυξανόμενη πίεση της Ουάσιγκτον στις βιομηχανίες υψηλής τεχνολογίας της Κίνας όπως το εμπάργκο κατά της Huawei. Η υπόθεση Huawei έχει, άλλωστε, γεννήσει προ πολλού ένα κύμα οικονομικού πατριωτισμού στο εσωτερικό της κινεζικής κοινωνίας με τα προϊόντα της να γίνονται ανάρπαστα και να τείνουν προς εξαφάνιση ακόμη και οι εγχώριοι ανταγωνιστές της.

Μάχη των δύο υπερδυνάμεων για κυριαρχία στην υψηλή τεχνολογία

Το πραγματικό διακύβευμα του εμπορικού πολέμου και αυτής της κλιμακούμενης αναμέτρησης δύναμης ανάμεσα στην Ουάσιγκτον και στο Πεκίνο είναι η παγκόσμια κυριαρχία στην υψηλή τεχνολογία και στις υποδομές της. Οι στοχευμένες επιθέσεις της Ουάσιγκτον σε τεχνολογικούς κολοσσούς της Κίνας, όπως στην περίπτωση της Huawei, είναι ενδεικτικές. Αντιδρώντας στην κλιμάκωση της έντασης με τις ΗΠΑ, η Κίνα επιχειρεί να επισπεύσει την ανάπτυξη του τεχνολογικού τομέα της και να τον απεξαρτήσει από τις αμερικανικές βιομηχανίες. Την ίδια στιγμή, όμως, η Ουάσιγκτον επεκτείνει και κλιμακώνει τις προσπάθειές της να παροπλίσει τις σημαντικότερες κινεζικές βιομηχανίες.

Την περασμένη εβδομάδα η κυβέρνηση Τραμπ επέβαλε περιορισμούς στην τροφοδοσία της μεγαλύτερης κινεζικής βιομηχανίας ημιαγωγών, της SMIC, από αμερικανικές εταιρείες. Οι προμηθευτές της SMIC θα πρέπει εφεξής να υποβάλουν αίτηση για έγκριση εξαγωγών, όπως απαιτεί η Ουάσιγκτον με σχετική επιστολή του αμερικανικού υπουργείου Εμπορίου που δημοσιεύθηκε σε πολλά κινεζικά ΜΜΕ. Απηχώντας όσα έχουν προηγηθεί με τη Huawei, η σχετική ανακοίνωση του υπουργείου τονίζει πως υπάρχει «απαράδεκτος κίνδυνος» όποιος εξοπλισμός πωληθεί στην κινεζική εταιρεία να χρησιμοποιηθεί για «στρατιωτική χρήση».

Η εν λόγω εταιρεία είναι κρίσιμη για τις τεχνολογικές φιλοδοξίες της Κίνας και παράγοντες της παγκόσμιας αγοράς εκτιμούν ότι η τελευταία αυτή κίνηση της Ουάσιγκτον μπορεί να αναβάλει την ανάπτυξη του τεχνολογικού κλάδου της για πολλά χρόνια. Οι ημιαγωγοί που παράγει η εν λόγω εταιρεία είναι καίρια εξαρτήματα ενός μεγάλου φάσματος ηλεκτρονικών προϊόντων ευρείας χρήσης. Η σημασία τους όμως αυξάνεται διαρκώς, καθώς είναι αναγκαίοι για την εξέλιξη όλο και περισσότερων έξυπνων συσκευών. Και, βέβαια, ο κλάδος τους συνδέεται με μια αλυσίδα βιομηχανιών, που φτάνουν μέχρι τον κλάδο του design αλλά και μέχρι τις βιομηχανίες που παράγουν τα εργαλεία που χρειάζεται ο μεταποιητικός τομέας. Στον τομέα των ημιαγωγών κυριαρχούν στην παγκόσμια αγορά οι αμερικανικές εταιρείες καθώς και οι ευρωπαϊκές, αλλά και άλλες ασιατικές. H ταϊβανική TSCM, για παράδειγμα, όπως και η κορεατική Samsung, που είναι ανταγωνίστριες της SMIC, είναι πολύ πιο προηγμένες όσον αφορά τον εξοπλισμό για τη βιομηχανία της μεταποίησης. Σημαντική σε αυτόν τον κλάδο είναι, άλλωστε, η ολλανδική ASML, καθώς κατασκευάζει μηχανήματα που χρησιμοποιούν υπεριώδεις ακτίνες και παράγει τους πλέον προηγμένους μικροεπεξεργαστές, όμοιους με των TSCM και Samsung.
Προ μηνών η Ουάσιγκτον άσκησε πιέσεις στην ολλανδική κυβέρνηση ζητώντας να διακόψει η ASML τις εξαγωγές μηχανολογικού εξοπλισμού στη SMIC. Και βέβαια το πρόβλημα για το Πεκίνο είναι πως δεν υπάρχουν αυτή τη στιγμή στην εγχώρια αγορά κινεζικές επιχειρήσεις ικανές να καλύψουν το κενό που θα αφήσει η SMIC αφ’ ης στιγμής αποκοπεί πλήρως από τις αμερικανικές εταιρείες. Σύμφωνα με τη Morningstar Equity Research, η κίνηση της Ουάσιγκτον θα είναι καταλυτική για την ανάπτυξη της SMIC και των ομοίων της στην Κίνα, καθώς «η δημιουργία μιας πλήρως εγχώριας βιομηχανίας ημιαγωγών στην Κίνα δεν είναι πιθανόν να έχει ολοκληρωθεί ούτε μέσα σε 10 χρόνια». Και βέβαια το Πεκίνο δεν έχει μείνει με σταυρωμένα χέρια σε όλες αυτές τις προσπάθειες της Ουάσιγκτον να αναχαιτίσει την πορεία του προς την τεχνολογική πρόοδο και αυτάρκεια. Στις αρχές Σεπτεμβρίου, η Κίνα έδωσε στη δημοσιότητα τη δική της μαύρη λίστα –έναν κατάλογο «αναξιόπιστων εταιρειών»– και ανακοίνωσε ότι επιβάλλει εμπάργκο σε αυτές τις εταιρείες που απειλούν «την εθνική ασφάλεια και τα συμφέροντα της χώρας».

Συνεργασία 

Στο προεδρικό διάταγμα με το οποίο ζητάει εσπευσμένη αύξηση της παραγωγής σπάνιων γαιών, ο Ντ. Τραμπ καλεί ορυχεία και βιομηχανίες να συνεργαστούν με εταίρους και συμμάχους και με τον ιδιωτικό τομέα προκειμένου «να μειώσουν τον βαθμό στον οποίο είναι ευάλωτη η χώρα αν διακοπεί η προσφορά των κρίσιμων μετάλλων».

 

 

 

Απεξάρτηση 

Ανακοινώνοντας τη στροφή της κινεζικής οικονομίας προς τα έσω και την απεξάρτησή της από τις εξαγωγές, ο Τζάστιν Γιφού Λιν, σύμβουλος του Πεκίνου, τόνισε πως «η οικονομία της χώρας πρέπει να εξακολουθήσει να αναπτύσσεται, γι’ αυτό, αν μειωθούν οι εξαγωγές, τότε τα προϊόντα μας θα καταναλωθούν από την εγχώρια αγορά».

 

 

Ελεγχος 

Σχολιάζοντας την κατά καιρούς κλιμάκωση στην αναμέτρηση ανάμεσα στην Ουάσιγκτον και στο Πεκίνο, ο Φρανκ Ρόουζ, στέλεχος του προγράμματος εξωτερικής πολιτικής στο Ινστιτούτο Brookings, τόνισε πως «ο ανταγωνισμός ανάμεσα στις ΗΠΑ και στην Κίνα αφορά ουσιαστικά το ποιος θα ελέγχει παγκοσμίως τις υποδομές και τις προδιαγραφές της τεχνολογίας της πληροφορίας».

Πηγή: kathimerini.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here