Η προσδοκία μιας τελετουργίας

99

ΛΥΔΙΑ ΜΑΡΓΑΡΩΝΗ
Τοτέμ
εκδ. Ιωλκός, σελ. 138
 
Συχνά ο τίτλος που επιλέγεται για μια διηγηματογραφική συλλογή είναι ενδεικτικός της θεματικής. Αλλοτε, πάλι, το βιβλίο δανείζεται τον τίτλο του εναρκτήριου διηγήματος. Στη συλλογή της πρωτοεμφανιζόμενης Λυδίας Μαργαρώνη ισχύουν και τα δύο. Στο «Τοτέμ» η ηρωίδα, μια παροπλισμένη μουσικός, καταρρέει από επιλόχεια κατάθλιψη και η λαχτάρα της να διαφύγει από τα δεσμά της ευοδώνεται με μια αδόκητη τελετουργία. Η νοσταλγία της μουσικής ενορχηστρώνεται σε αιματόβρεχτη βακχεία. Οι γυναίκες της Μαργαρώνη πλήττονται από τη δραματοποίηση των βασάνων τους. Η Αγαύη, για παράδειγμα, ασφυκτιά μέσα στο αιμάτινο φόρεμά της, πνιγμένη από το φορτίο του ονόματός της, μέχρι που συνεργεί στον μεταφορικό φόνο ενός γιου, όπως είχε κάνει η μυθική συνονόματή της, που σκότωσε τον γιο της, τον Πενθέα.

Η ερωτική παραφορά κυριαρχεί στα πεζά. Ωστόσο, ο πόθος θεριεύει στο μυαλό και όχι από τις αιτιάσεις της σάρκας. Τρία ειδύλλια του βιβλίου υποβοηθούνται από λεκτικά παιχνίδια. Ενας άνδρας βρίσκει τη γυναίκα της ζωής του ακολουθώντας μοβ πεισιθάνατες φράσεις στους τοίχους της πόλης. Ενας άλλος στέλνει ανυπόγραφα λαχανί ραβασάκια σε μια συνάδελφό του. Μια ηρωίδα, αναγνωρίζοντας τη φαντασιακή πτυχή του έρωτα, βασανίζεται με την υπόρρητη σημειολογία του ερωτικού ιδιόλεκτου, επιλέγοντας να μην κάνει ποτέ εραστή της τον παραλήπτη της ηλεκτρονικής αλληλογραφίας της. Ο έρωτάς τους ήταν σκέτα λόγια. «Λόγια που πετούν μακριά αποδημώντας σε καταθέσεις μυαλού».

Από τα ερωτικά πεζά ξεχωρίζει το «Ανεπίδοτο μήνυμα», καθότι ωραιότερος πόθος παραμένει ο ανεκπλήρωτος. Ενας άνδρας γράφει «μηνύματα σε χαρτιά μήπως και ταξιδέψουν, να τα πιάσουν χέρια συμπονετικά». Ομως, τα μηνύματα παγιδεύονται σε αταξίδευτα μπουκάλια, μέχρι που γίνονται όλα θρύψαλα, το γυαλί, οι λέξεις και η απαντοχή. Θα έλεγα ότι είναι το καλύτερο διήγημα του βιβλίου, αν δεν υπήρχαν τα «Λευκά σεντόνια». Εδώ η Μαργαρώνη εκπλήσσει με την αφηγηματική οικονομία και τη συγκράτηση του συναισθήματος. Στην αφήγηση δεσπόζει ένα χρώμα, το λευκό. Τρεις μαυροφορεμένες αδελφές στοιχειώνονται από μια μακάβρια λευκότητα, από τα πάλλευκα προικιά που σκέπασαν άταφους τους γονείς τους. Οταν έβλεπαν να φτεροκοπούν στις ταράτσες απλωμένα σεντόνια, στέκονταν ασάλευτες, τυφλωμένες από τη στοιχειωμένη λευκότητα και τα ανομολόγητα που αναρρίπιζε, τελώντας τη μυστική τους τελετουργία, πιστές σε ένα ανεξόφλητο πένθος.

Οταν ο λόγος για γυναίκες, ενσκήπτει μοιραία η γυναικεία γραφή. Η διαπίστωση δεν έχει πάντα ψόγο. Υπάρχουν εκλεκτές γραφίδες που εμμένουν στη θηλυκότητά τους. Η γραφή της Μαργαρώνη είναι σαφώς καλύτερη όταν υπερασπίζει το θηλυκό της ηχόχρωμα παρά όταν απομιμείται την αρσενική μαγκιά. Πρωτίστως είναι καλή γραφή. Αυτό οφείλεται κυρίως στο αισθητικό πρόταγμα των αφηγούμενων, καθώς, ως εικαστικός, η συγγραφέας αξιοποιεί προσφυώς τη δύναμη της εικονοποιίας. Αλλες φορές, ωστόσο, η γλώσσα δεν καταφέρνει να αντισταθεί στις υπερβολικά καλολογικές της έξεις. Μια ηρωίδα λέει «άλογες ορμές μ’ αλώνισαν» και ύστερα ομολογεί πως τη συγκλόνισε «ένας τάραχος χαράς». Σε εκείνη που λάμβανε τα λαχανί ραβασάκια προσφέρεται ένα ποτήρι νερό, «να δροσιστεί από την κάψα των πειρασμών που την οργώνουν». Μια άλλη συντρίβεται από έναν αιφνίδιο πόνο: «Μία ριπή εσωτερικού μονολόγου τη γάζωσε με μία γλύκα στο στομάχι».

Οπωσδήποτε τα προαναφερθέντα παραθέματα δεν χαρακτηρίζουν τη γραφή της Μαργαρώνη. Υποδεικνύουν κάποιες εκφραστικές αστοχίες, τις οποίες κατά κύριο λόγο η συγγραφέας αποφεύγει, εκδηλώνοντας συχνά ένα αισθητήριο πεπειραμένης πεζογράφου. Ενα επιπλέον στοιχείο που συνηγορεί για τη συγγραφική της δυναμική είναι η ικανότητα να διχοτομεί την προσοχή της μεταξύ πλοκής και γραφής. Εν ολίγοις, το «Τοτέμ» δεν περιμένει αδίκως τις αναγνωστικές σπονδές.

Πηγή: kathimerini.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here